Συχνές ερωτήσεις

Συχνές ερωτήσεις

Βρείτε απαντήσεις στις πιο συχνές ερωτήσεις που αφορούν τη λειτουργική και αισθητική ρινοπλαστική, την επανορθωτική ρινοπλαστική, την ωτοπλαστική αλλά και θέματα σχετικά με την ιατρική των καταδύσεων.

Ο φόβος μήπως πονέσουμε είναι μάλλον ο σημαντικότερος φόβος που διακατέχει κάποιον που σκέφτεται να κάνει ρινοπλαστική. Και αυτό κυρίως βάσει ασαφών πληροφοριών, που μάλλον έχουν σχέση με παλαιότερες εποχές και διαφορετικές τεχνικές.

Η πραγματικότητα σήμερα, είναι πως η ανοικτή ιδιαίτερα ρινοπλαστική είναι μια επέμβαση εξαιρετικά ανώδυνη κατά κοινή ομολογία όλων των ανθρώπων που έχουν υποβληθεί σε αυτή. Είναι κοινό το σχόλιο όλων μετεγχειρητικά , ότι η επέμβαση αποδείχθηκε πολύ πιο εύκολη από ότι είχαν φανταστεί και ότι δεν ένιωσαν καθόλου πόνο. Ίσως μια μικρή δυσφορία σαν τσούξιμο στη μύτη την ημέρα του χειρουργείου, αλλά σίγουρα όχι πόνο.

Είναι χαρακτηριστικό, ότι η ενθουσιώδης αυτή πληροφορία, κατακλύζει σήμερα το διαδίκτυο, προερχόμενη από ανθρώπους οι οποίοι ανακουφισμένοι πια, έχοντας ολοκληρώσει την επέμβαση, θέλουν να μοιραστούν την πληροφορία με άλλους ανθρώπους, απαλλάσσοντάς τους έτσι προκαταβολικά από έναν φόβο, που τελικά αποδεικνύεται αβάσιμος.

Το χειρουργείο  διαρκεί περίπου 2  ώρες στην περίπτωση μιας πρωτογενούς ρινοπλαστικής  και αναλόγως περισσότερο σε περιπτώσεις επανορθωτικής.

Το επόμενο πράγμα που οι περισσότεροι ασθενείς αναφέρουν πως φοβούνται είναι η αναισθησία. Η επέμβαση πραγματοποιείται με γενική αναισθησία και είναι εξαιρετικά ασφαλής. Εξάλλου ο αναισθησιολόγος αποτελεί σταθερό μέλος της χειρουργικής ομάδας, η οποία λειτουργεί σαν μιά ορχήστρα. Απόλυτα εναρμονισμένη, συντονισμένη και αποτελεσματική, εργάζεται ακατάπαυστα με τεταμένη την προσοχή, με γνώμονα πάντοτε την απόλυτη ασφάλεια του ασθενούς στο χώρο του χειρουργείου.

Ο ασθενής μπορεί να πάρει εξιτήριο από το απόγευμα της ημέρας του χειρουργείου ή να διανυκτερεύσει στην κλινική και να φύγει την άλλη μέρα το πρωί. Επομένως ο μέγιστος χρόνος νοσηλείας είναι εικοσιτέσσερις ώρες.

Η αποκατάσταση μετά το χειρουργείο είναι σχετικά γρήγορη. Την επόμενη από το χειρουργείο ημέρα καλό είναι να παραμείνουμε στο σπίτι για να βάζουμε στο πρόσωπό πάγο αλλά από την μεθεπόμενη ημέρα μπορούμε να κυκλοφορούμε, να οδηγούμε και για αυτους που δεν κάνουν μια βαριά χειρωνακτική εργασία, επιτρέπουμε την παρουσία τους στο χώρο της εργασίας από την τρίτη ή το αργότερο την τέταρτη μετεγχειρητική μέρα. Για όσους όμως το επάγγελμα απαιτεί έντονη φυσική δραστηριότητα, θα πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα παροχής βοήθειας από συνεργάτη στο χειρωνακτικό κομμάτι ή μακρότερης απουσίας από τη δουλειά, αν αυτό είναι εφικτό, που μπορεί να φτάνει και τις 2 εβδομάδες.

Πολλοί άνθρωποι που έχουν παλιότερα υποβληθεί σε ρινοπλαστική περιγράφουν με τρόμο τον μετεγχειρητικό πωματισμό της μύτης τους με άφθονες τεράστιες γάζες που πρήζουν τη μύτη σαν μελιτζάνα, μένουν εκεί για τέσσερις τουλάχιστον ημέρες προκαλώντας εξαιρετικό πόνο και δυσφορία και οι περισσότεροι ασθενείς λιποθυμούν από πόνο κατά την αφαίρεση τους. Οι ιστορίες αυτές ανήκουν οριστικά στο παρελθόν. Η πλαστική της μύτης είναι πια μια επέμβαση που συνολικά χαρακτηρίζεται από ελάχιστη δυσφορία, αλλά καθόλου πόνο. Ο γιατρός δεν πωματίζει τη μύτη αλλά χρησιμοποιεί μαλακούς σωληνίσκους αερισμού από σιλικόνη, που επιτρέπουν στον ασθενή να αναπνέει από τη μύτη ακόμα και την ημέρα του χειρουργείου. Αφαιρούνται δε πανεύκολα και ανώδυνα το πρωί της επομένης ημέρας και ο ασθενής αποχωρεί για το σπίτι. Τίποτε δεν παραμένει στο εσωτερικό της μύτης. Ένας μικρός νάρθηκας στο εξωτερικό μπαίνει για προστασία και περιορισμό του οίδηματος.

Ο ευθειασμός του ρινικού διαφράγματος αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της επέμβασης της λειτουργικής και αισθητικής ρινοπλαστικής. Ακόμα και σε περιπτώσεις ασθενών που έχουν ικανοποιητική ρινική αναπνοή, η μείωση του όγκου της ρινικής πυραμίδας, όπως συχνά γίνεται στην ρινοπλαστική, μπορεί να προκαλέσει επιδείνωση της ρινικής αναπνοής, εάν ο χειρουργός δεν φροντίσει να ευθειάσει απόλυτα το ρινικό διάφραγμα και παράλληλα να μειώσει τον όγκο των κάτω ρινικών κογχών. Η εμπειρία του γιατρού λοιπόν στον ευθειασμό του ρινικού διαφράγματος κρίνεται ως αναγκαία και ικανή συνθήκη για την επίτευξη ενός αποτελέσματος που θα είναι εξίσου ικανοποιητικό λειτουργικά, όσο και αισθητικά.

Πολλοί άνθρωποι διακατέχονται έντονα από την επιθυμία να κάνουν ρινοπλαστική αλλά αγχώνονται πάρα πολύ για το μετεγχειρητικό αποτέλεσμα. Ο μεγαλύτερος φόβος τους είναι το πώς θα μοιάζουν μετά, αν θα τους αρέσει το αποτέλεσμα και αν μετά την αλλαγή θα μοιάζουν στον παλιό τους εαυτό . Στις αγωνίες τους αυτές έρχονται να δώσουν ασφαλή απάντηση δύο πράγματα:

Α. Τα προγράμματα επεξεργασίας εικόνας στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ο γιατρός μπορεί κατά την πρώτη κιόλας επίσκεψη και αφού πάρει υψηλής ανάλυσης φωτογραφίες του προσώπου μας, να τις επεξεργαστεί άμεσα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και εκεί να δείξει το προτεινόμενο μετεγχειρητικό αποτέλεσμα.

Β. Η δυνατότητα μας σήμερα να έχουμε άμεση πρόσβαση σε πληροφορία, μας επιτρέπει να διαπιστώσουμε την αισθητική άποψη και την προσωπική φιλοσοφία του γιατρού βλέποντας δείγματα της δουλειάς του σε φωτογραφικά άλμπουμ και διαβάζοντας πληροφορίες για αυτήν σε Φόρουμ.

Η συζήτηση με το γιατρό μας για τα συγκεκριμένα σημεία στα οποία εστιάζουμε θα βοηθήσει να εμπεδωθεί ένα πεδίο επικοινωνίας και η χάραξη κοινών στόχων στην επέμβαση. Θα δούμε αν μοιραζόμαστε την ίδια αισθητική άποψη. Θα πρέπει να έχουμε ρεαλιστικές προσδοκίες τις οποίες να μπορεί να υποστηρίξει η υποδομή της μύτης μας, το δέρμα που την καλύπτει και να συμβαδίζουν με αυτές και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του προσώπου μας, τα μάτια, τα ζυγωματικά, οι παρειές, τα χείλη. Ο γιατρός με τη σειρά του θα μας υποδείξει, αφού μας ακούσει, τι πρέπει και μπορεί να γίνει και τι όχι, προκειμένου να βοηθηθούμε στη λήψη της κατάλληλης απόφασης.

Κάθε πρόσωπο είναι ξεχωριστό, με συγκεκριμένες αναλογίες και χαρακτηριστικά, με δυνατά σημεία που πρέπει να τονιστούν και αδυναμίες που επιζητούν βελτίωση. Η μύτη που αντιστοιχεί σε όλες αυτές τις αναζητήσεις είναι εξίσου μοναδική και δεν μοιάζει με καμμιά άλλη. Επομένως, μια ωραία μύτη σε ένα διαφορετικό πρόσωπο, δεν είναι καθόλου βέβαιο πως θα ταιριάξει στο δικό μας και πως θα δέσει αρμονικά με τα χαρακτηριστικά του.

Η ανοικτή ρινοπλαστική δημιουργεί μία τομή στο δέρμα της στυλίδας και πλάγιες εσωτερικές τομές στα ρουθούνια μας. Με τη βοήθεια αυτών των τομών μπορούμε να σηκώσουμε το δέρμα και τα υποκείμενα μαλακά μόρια και να έχουμε άμεση πρόσβαση στον χόνδρινο και οστέινο σκελετό της μύτης. Με αυτό τον τρόπο επιτρέπει την λεπτομερή εκσμίλευση των ιστών, με προοδευτικότητα και άμεσο οπτικό έλεγχο ( small increment movements), ενώ σε κάθε φάση έχουμε τη δυνατότητα να επιστρέφουμε το δέρμα στην θέση του και να ελέγχουμε το πιθανό αποτέλεσμα.

Ανασηκώνει μαζί με το δέρμα και το περιόστεο και το περιχόνδριο, υμένες που φέρουν επάνω τους αγγεία και νεύρα. Η δυνατότητα να μην τα τραυματίσουμε εξηγεί γιατί η μέθοδος έχει λιγότερο πόνο, οίδημα και σχεδόν καθόλου αιμορραγία σε σχέση με την κλειστή μέθοδο μια που αφενός ανασηκώνει και απομακρύνει τα αγγεία χωρίς να τα διατέμνει αλλά και από την άλλη επιτρέπει την χρήση μιας λεπτής διπολικής διαθερμίας προκειμένου να γίνει αιμόσταση. Έτσι δεν χύνεται ελεύθερα αίμα στο υποδόριο και οι αντιαισθητικές μελανιές είναι εμφανώς λιγότερες. Επίσης, δεν παραβλάπτεται καθόλου το μυικό σύστημα της μύτης και έτσι μετεγχειρητικά η μύτη εξακολουθεί να κινείται, ακολουθώντας τις εκφράσεις του προσώπου μας και δε μοιάζει με μια παγωμένη μύτη μιας πορσελάνινης κούκλας.

Επιπροσθέτως παρέχει την εξαιρετική δυνατότητα τοποθέτησης και συρραφής στη θέση τους χονδρίνων αυτομοσχευμάτων, κάνοντας έτσι αδύνατη την μετανάστευσή τους εκτός θέσης με την πάροδο των ετών. Η δυνατότητα συρραφής των χόνδρινων μοσχευμάτων παρέχει εξαιρετική σταθερότητα στην νεοσχηματισθείσα δομή και γι’ αυτό το λόγο η μέθοδος ονομάζεται structural approach. Δίνει τέλος μια άριστη δυνατότητα για αποκατάσταση της ανεπάρκειας των ρινικών βαλβίδων καθώς και για σύγκλειση διατρήσεων του ρινικού διαφράγματος.

Η εξαιρετικά προσεκτική συρραφή της τομής του δέρματος με λεπτά, πυκνά και όχι ιδιαίτερα σφιχτά ράμματα, στα οποίο ο χειρουργός πρέπει να αφιερώσει αρκετό χρόνο με αγάπη και υπομονή, εξηγεί γιατί η επούλωση της τομής δεν αφήνει πότε πίσω της ορατή ουλή μετά την πάροδο τριών έως τεσσάρων μηνών από την επέμβαση και γιατί ποτέ κανείς δεν χρειάστηκε να ξαναχειρουργηθεί για να αποκατασταθεί μία ενοχλητική ουλή.

Ο νάρθηκας αφαιρείται την έβδομη μετεγχειρητική ημέρα μαζί με τα πολύ λεπτά ράμματα. Η αφαίρεση γίνεται εύκολα κι ανώδυνα και στην περιοχή του δέρματος της μύτης τοποθετούνται για άλλες τρεις ημέρες ειδικά αυτοκόλλητα επιθέματα για να βοηθήσουν στην ταχύτερη υποχώρηση του οιδήματος.

Θα πρέπει σε συνεννόηση με το γιατρό μας να ρυθμίσουμε τυχόν φαρμακευτική αγωγή που παίρνουμε χρονίως ( φάρμακα ιδιαίτερου ενδιαφέροντος είναι τα αντιπηκτικά ,τα αντιυπερτασικά ,τα αντισυλληπτικά, η ασπιρίνη, τα αντιφλεγμονώδη και τα αντιβιοτικά ). Το βράδυ της προηγούμενης από το χειρουργείο ημέρας θα πρέπει να πάρουμε ένα ελαφρύ δείπνο και να πίνουμε υγρά μέχρι την ώρα του ύπνου. Το πρωί της ημέρας του χειρουργείου απαιτείται άδειο στομάχι και δεν θα πρέπει να καταναλώσουμε ούτε υγρά. Θα προσέλθουμε στην κλινική 1 ώρα προ του χειρουργείου προκειμένου να πραγματοποιηθεί προεγχειρητικός έλεγχος. Στη συνέχεια, θα έχουμε μια σύντομη συνάντηση με τον γιατρό μας και θα προχωρήσουμε στην επέμβαση.

Μετά το χειρουργείο έχει ιδιαίτερη σημασία η τοποθέτηση πάγου στο πρόσωπο μας για δύο περίπου εικοσιτετράωρα. Βοηθά πάρα πολύ στο να μειωθούν σημαντικά τα οιδήματα και οι μελανιές. Θα πρέπει να αποφύγουμε για λίγες μέρες την έντονη σωματική δραστηριότητα, το σκύψιμο,, το σήκωμα βάρους, την υπερβολική έκθεση στη ζέστη και τον ήλιο. Επίσης θα πρέπει να ξέρουμε ότι απαγορεύεται να φοράμε γυαλιά για δύο τουλάχιστον μήνες άρα αντικαθιστούμε τα γυαλιά οράσεως με φακούς επαφής και χρησιμοποιούμε καπέλο αντί για γυαλιά ηλίου.

Κάθε εποχή έχει τα δικά της μικρά ή μεγαλύτερα πλεονεκτήματα έναντι των άλλων, για την εκτέλεση της επέμβασης. Δεν είναι καν απαγορευτικό ούτε το πολύ κρύο ή η πολλή ζέστη, δεδομένου ότι μπορούμε να προφυλαχθούμε από αυτά. Καλό θα είναι όμως να μην είναι μια ιδιαίτερα πιεστική εποχή για μας, εποχή που μας κυνηγούν πνιγηρές επαγγελματικές ή προσωπικές μας υποχρεώσεις, ούτως ώστε με καλή ψυχολογία και άνεση χρόνου να μπορέσουμε να απολαύσουμε μια όμορφη επέμβαση και να αφιερώσουμε λίγο χρόνο στον εαυτό μας.

Η ρινοπλαστική εκτελείται εξαιρετικά σπάνια στα παιδιά και μόνο σε περιπτώσεις τραυματικών κακώσεων της μύτης ή διαμαρτιών της διάπλασης . Ξεκινώντας από την ηλικία των 17 ετών για τα κορίτσια και 18 για τα αγόρια μπορεί να εφαρμοστεί σήμερα μέχρι και σε ανθρώπους της τρίτης ηλικίας, με κατάλληλη ρύθμιση της φαρμακευτικής τους αγωγής.

Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι η ομορφιά ενός ανθρώπου είναι κυρίως αυτό που κρύβει μέσα στην ψυχή του. Η δυνατότητα που έχουμε σήμερα στον ίδιο χρόνο που επιλέγουμε για να αποκαταστήσουμε ένα στραβό ρινικό διάφραγμα ,τις υπερτροφικές ρινικές μας κόγχες και άλλες παθολογικές καταστάσεις μέσα στην μύτη μας, να διορθώσουμε παράλληλα και οποιαδήποτε ατέλεια μας στεναχωρεί στην εμφάνιση της , είναι μάλλον μια εξαιρετική συγκυρία. Κάποια ιδιαίτερα επίσης χαρακτηριστικά της μύτης μας που ενδεχόμενα μας προκαλούν αμηχανία και μειώνουν την αυτοπεποίθησή στις κοινωνικές μας επαφές, μπορούν σήμερα να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά με μια επέμβαση η οποία έχει πια τη δυνατότητα να συμβάλει στην ομορφιά και την αρμονία του προσώπου μας και να περνά απαρατήρητη. Τέλος ας μην ξεχνάμε την καθημερινότητα της εποχής μας.

Ζούμε σε μια κοινωνία που έχει προσδώσει στην ομορφιά, σε όλες της τις αποχρώσεις έναν υψηλότατο δείκτη αποδοχής. Και αυτό έχει αντίκτυπο στην ψυχολογία και την αυτοπεποίθησή μας, στις κοινωνικές μας επαφές,, στις σχέσεις, ακόμα και στις επαγγελματικές μας προοπτικές. Προσαρμοσμένη λοιπόν σήμερα η επέμβαση αυτή στην παρούσα οικονομική συγκυρία, θα λέγαμε ότι μάλλον αποτελεί μια προσιτή αναγκαιότητα παρά μια υπερβολική πολυτέλεια. Γι’αυτό και έχει αγκαλιάσει πιά όλα τα κοινωνικά στρώματα και δεν είναι μια επέμβαση για λίγους. Επίσης, το φυσικό ,μή χειρουργικό αποτέλεσμα, παρακινεί στις μέρες μας όλο και περισσότερους άνδρες, οι οποίοι παράλληλα με την επέμβαση για ευθειασμό του ρινικού διαφράγματος, τη μείωση του όγκου των ρινικών τους κογχών ή την αφαίρεση πολυπόδων από τη μύτη ή τα παραρρίνιά τους, επιζητούν να κάνουν στην ίδια επέμβαση κάποιες μικρές ή μεγαλύτερες αλλαγές στην εμφάνισή της, δίνοντας λάμψη και αρμονία στο πρόσωπό τους, χωρίς να επιτρέπεται εύκολα στους άλλους να αντιληφθούν το γιατί.

Ωτοπλαστική ονομάζουμε την αισθητική επέμβαση που γίνεται για να βελτιώσει την εξωτερική εμφάνιση των αυτιών μας.

Συχνότερα ασχολείται με τά αφεστώτα ώτα, τα πεταχτά δηλαδή αυτιά. Είναι η κατάσταση εκείνη κατά την οποία τα πτερύγια των αυτιών μας απέχουν περισσότερο το κεφάλι μας είτε λόγω υπέρμετρης κύρτωσης της κόγχης ή της κύμβης είτε λόγω έλλειψης της φυσιολογικής πτύχωσης του χόνδρου της έλικας και της ανθέλικας. Επίσης μπορεί να μεταβάλει το μέγεθος των αυτιών αλλά και να αντιμετωπίσει δυσκολότερα και πιο σύνθετα προβλήματα συγγενούς ή τραυματικής προέλευσης.

Η επέμβαση αφορά ενηλίκους και παιδιά συνήθως άνω των 5 ετών.

Καλό θα είναι η επέμβαση στα παιδιά να πραγματοποιείται μετά την ηλικία των πέντε ετών που έχει ολοκληρωθεί η ανάπτυξη των αυτιών και πριν το παιδί εισέλθει στην πρώτη σχολική ηλικία για να αποφύγουμε οποιαδήποτε ψυχολογική επιβάρυνση από ενοχλητικά σχόλια στο σχολικό περιβάλλον.

Η επέμβαση πραγματοποιείται στην κλινική. Η τομή είναι πάντοτε οπισθοωτιαία και επιτυγχάνει έτσι την πλήρη απουσία ορατών μετεγχειρητικών ουλών.

Στα μικρά παιδιά προτιμάται η γενική αναισθησία.  Σε εφήβους και ενηλίκους , η συνηθέστερη επιλογή είναι η τοπική αναισθησία.
Η επέμβαση συνήθως διαρκεί περίπου μία ώρα.

Οι περισσότεροι ασθενείς βιώνουν μια ήπια δυσφορία, η οποία κυρίως προκαλείται από την επίδεση και λιγότερο από την ίδια την επέμβαση. Χορήγηση απλών παυσίπονων μετεγχειρητικά, επαρκεί για να αντιμετωπιστεί αυτή η ήπια ενόχληση. Η σχεδόν πλήρης απουσία του πόνου εξηγεί γιατί αυτή επέμβαση είναι εξαιρετικά ανεκτή στα παιδιά.

Δεν απαιτείται παραμονή στη κλινική. Ο ασθενής συνήθως εξέρχεται μία με δύο ώρες μετά την επέμβαση.

Φεύγουμε από την κλινική φορώντας έναν ελαστικό επίδεσμο, ο οποίος παραμένει για επτά συνήθως μέρες. Μετά την αφαίρεσή του και για ένα μήνα ακόμη, φοράμε έναν αθλητικού τύπου ελαστικό επίδεσμο μόνο κατά τη διάρκεια του ύπνου.

Μπορούμε να επιστρέψουμε στην εργασία μας από την τρίτη μετεγχειρητική μέρα ή το αργότερο την έβδομη μετά την αφαίρεση των επιδέσμων.

Το πρόβλημα αυτό, αποτελεί τον υπ’αριθμόν 2, με σειρά συχνότητας εμφάνισης, μπελά ημών των καταδυομένων γενικώς, μετά τη δυσκολία εξίσωσης των αυτιών.

Είναι κι αυτό, στην πράξη, ένα πρόβλημα εξίσωσης, που όμως αφορά τις κοιλότητες, γεμάτες με αέρα, που έχουμε στην περιοχή του μετώπου μας και λέγονται μετωπιαίοι κόλποι.

Αυτοί, αποτελούν μέρος ενός πολύπλοκου συστήματος αεροφόρων κοιλοτήτων, που βρίσκονται μέσα στο κεφάλι μας και που όλες μαζί τις αποκαλούμε παραρρινικές κοιλότητες ή παραρρίνια.

Τώρα, το γιατί ο ύψιστος, μέσα στην άπειρη σοφία και αγάπη Του αποφάσισε να μας κάνει κουφιοκέφαλους, δεν μας είναι επακριβώς γνωστό. Τον έχουμε μπερδέψει και λιγάκι εξελικτικά, με την απόφασή μας να ξαναγυρίσουμε στη θάλασσα, τόσο που ξέχασε στη σαστιμάρα Του να βγάλει από την αποθήκη ανταλλακτικών, εξαρτήματα άλλου είδους και να μας ξαναπροικίσει, κάτι σαν έκτακτο bonus, ας το πούμε και να μην χρειάζεται να ξεφυσάμε, σαν κάποια συμπαθή θαλάσσια θηλαστικά, κάθε φορά που επιχειρούμε να βυθίσουμε το κορμάκι μας στο νερό.

Υπάρχουν διάφορες θεωρίες, για να εξηγήσουν τον λόγο της ύπαρξης αυτών των αεροφόρων κοιλοτήτων, μέσα μας.

• ελάττωση του βάρους της κεφαλής, που επέτρεψε στο ανθρώπινο είδος να σταθεί στα δυο πόδια. • απαγωγή της θερμότητας του λειτουργούντος εγκεφάλου • λειτουργία τους ως αντηχείο της φωνής ( γι’αυτό και όταν πάσχουμε π.χ. από ιγμορίτιδα, αλλοιώνεται, μεταξύ των άλλων και η φωνή μας) • προστασία σε ευγενή μόρια, όπως ο εγκέφαλος, το μάτι ή το οπτικό νεύρο, σε περίπτωση ατυχήματος, με κάκωση στο σπλαχνικό κρανίο, με τρόπο που θυμίζει τον αερόσακο του αυτοκινήτου μας και το χωροδικτύωμα του πλαισίου του, που παραμορφώνεται ελεγχόμενα, για να προστατέψει το πολύτιμο περιεχόμενο της καμπίνας, δηλαδή εμάς.

Οι κοιλότητες αυτές ( ιγμόρεια, μετωπιαίοι κόλποι, ηθμοειδείς κυψέλες, σφηνοειδείς κόλποι), επικοινωνούν μέσω πολύ μικρών ανοιγμάτων (στόμια) με τη μύτη μας. Επενδύονται δε εσωτερικά, με μια λεπτή μεμβράνη, που λέγεται βλεννογόνος. Αυτός είναι συνέχεια του βλεννογόνου της μύτης και έχει σαν κύρια δουλειά, τι άλλο, το να γεννά βλέννα.

Σε φυσιολογικές συνθήκες, η παραγόμενη καθημερινά βλέννα, είναι περίπου 1,5 λίτρο, δεν γίνεται όμως αντιληπτή, γιατί είναι λεπτόρρευστη και κινείται με τη βοήθεια λεπτότατων τριχιδίων, με φορά, από το εσωτερικό των κόλπων προς το πλάγιο τοίχωμα της μύτης και από κει προς το φάρυγγα, όπου και καταπίνεται.

Αντιλαμβανόμαστε ότι έχουμε βλέννες, όταν αυτές αυξηθούν σε ποσότητα ή πηκτώσουν, γίνουν δηλαδή πιο πυκνόρρευστες και κολλώδεις, οπότε δεν κινούνται αποτελεσματικά από το κροσσωτό αναπνευστικό μας επιθήλιο και λιμνάζουν, προκαλώντας μας μπούκωμα και δυσφορία.

Όταν είμαστε συναχωμένοι ή βασανιζόμαστε από αλλεργία, ο ρινικός μας βλεννογόνος πρήζεται και κοκκινίζει, αυξάνοντας την ποσότητα και την πυκνότητα της βλέννας που παράγει.

Μαζί με αυτόν, φουσκώνει και ο βλεννογόνος που ντύνει εσωτερικά τις παραρρινικές μας κοιλότητες. Αυτό αποκτά κλινική σημασία, όταν περιλαμβάνει το βλεννογόνο του στομίου του κόλπου, στόμιο που φράζει εντελώς παρεμποδίζοντας τη μετακίνηση αέρα και βλέννας.

Η συγκέντρωση βλέννας στο εσωτερικό του κόλπου και η επακόλουθη επιμόλυνσή της οδηγεί στην εμφάνιση των συμπτωμάτων της οξείας κολπίτιδας (πονοκέφαλος, βάρος στο πρόσωπο, κακουχία, δεκατική πυρετική κίνηση κλπ.). Η δυσκολία στη μετακίνηση αέρα δια μέσω του πρησμένου και φραγμένου στομίου του πάσχοντος κόλπου, είναι ακριβώς η αιτία του προβλήματος που περιγράφεις.

Στη φάση της κατάδυσης, είμαστε υποχρεωμένοι να στείλουμε αέρα και να εξισώσουμε την πίεση σε όλες τις παραρρινικές μας κοιλότητες, πράγμα που γίνεται κατά τη στιγμή που εξισώνουμε τον αέρα της μάσκας. Άν το στόμιο του μετωπιαίου κόλπου βρεθεί κλειστό, νιώθουμε έναν έντονο πόνο στο φρύδι, από τη διαφορά της πίεσης, που εκδηλώνεται από το πρώτο κιόλας μέτρο. Το σωστό θα είναι να διακόψουμε αμέσως την κατάδυση για την ημέρα αυτή και να φροντίσουμε να επικοινωνήσουμε με το γιατρό μας για να ξεκινήσουμε φαρμακευτική αγωγή.

Εάν επιμείνουμε φυσώντας, είναι πιθανό να παραβιάσουμε το βαλβιδικό μηχανισμό που δημιουργεί ο πρησμένος βλεννογόνος του στομίου, συχνά σχίζοντάς τον. Το σχίσιμο δε αυτό, μπορεί να μη γίνει στην κάθοδο, αλλά να γίνει στη φάση της ανόδου ( reverse block) Αυτό εξηγεί την εμφάνιση αίματος στη μάσκα, πράγμα που εμείς θα διαπιστώσουμε μόλις βγούμε στην επιφάνεια.

Η αιμορραγία δεν είναι σοβαρή και συνήθως σταματά από μόνη της. Αυτού του τύπου τα σκισίματα του βλεννογόνου όμως, ιδιαίτερα όταν επαναλαμβάνονται, μπορεί να οδηγήσουν σε δημιουργία συμφύσεων και μόνιμη απόφραξη του στομίου του κόλπου. Ολέθρια συνέπεια αυτού είναι η οριστική αποβολή μας από τον υγρό στίβο, εκτός αν υποβληθούμε σε χειρουργική επέμβαση για επαναδιάνοιξη του αποφραγμένου στομίου του κόλπου.

Και ακόμα και αν η σύγχρονη χειρουργική, με τη χρήση ενδοσκοπίων, μπαλονιών και πλοηγών,( βλ. εικόνα 4) έχει κάνει τα πράγματα ανώδυνα και πολύ πιο εύκολα, από το όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, δεν είναι πολύ καλύτερα να προλάβουμε κάτι, από το να προσπαθούμε να το θεραπεύσουμε;

Για να αποφύγουμε λοιπόν τη μόνιμη δημιουργία παχέος βλεννογόνου, που μπορεί να φράξει το στόμιο του κόλπου, θεραπεύουμε σχολαστικά κάθε επεισόδιο ρινίτιδας ή ρινοκολπίτιδας και μάλιστα για ικανό χρονικό διάστημα μετά την υποχώρηση των κλινικών συμπτωμάτων.

-Δεν βουτάμε όταν υποφέρουμε από ένα κοινό κρυολόγημα ή μια οξεία φάση αλλεργικής ρινίτιδας.

-Διακόπτουμε άμεσα την κατάδυση, αμέσως μόλις διαπιστώσουμε δυσκολία ή αδυναμία να στείλουμε αέρα σε κάποια από τις παραρρινικές μας κοιλότητες ή έντονο, διαξιφιστικό πόνο στο πρόσωπο.

-Δεν μας αφήνει αδιάφορους η παρουσία αίματος στη μάσκα μας, αλλά φροντίζουμε να διερευνήσουμε την προέλευσή του.

-Γενικά, προσέχουμε για να έχουμε, όπως έλεγε και ένα διαφημιστικό σλόγκαν του παλιού καιρού.

Πριν τοποθετηθώ, θα ήθελα να γνωρίσουμε μαζί, μέσα σε λίγες γραμμές, αυτή την κατηγορία των φαρμάκων που στα σίγουρα, φτάνει πιο εύκολα και πιο συχνά από όλες, στα χέρια του υποβρύχιου κυνηγού.

Ως αποσυμφορητικά του βλεννογόνου της μύτης, χρησιμοποιούνται ουσίες αντιχολινεργικές ή συμπαθητικομιμητικές, οι οποίες προκαλούν σύσπαση των μικρών αρτηριδίων και μείωση της ροής του αίματος στον στυτικό ιστό του.

Εφαρμόζονται τοπικά ( μέσα στη μύτη) με τη μορφή ρινικών σταγόνων, αερολύματος ( spray) ,αλοιφής ή γέλης ( gel) ή χορηγούνται συστηματικά από το στόμα. Στην πρώτη κατηγορία, ανήκουν η εφεδρίνη, η φαινυλεφρίνη, η οξυμεταζολίνη, η ξυλομεταζολίνη, η ναφαζολίνη και το βρωμιούχο ιπρατρόπιο. Όσον αφορά τη δεύτερη κατηγορία, των φαρμάκων που παίρνουμε από το στόμα, στο εμπόριο κυκλοφορούν διάφοροι συνδυασμοί συμπαθητικομιμητικών αμινών με αντιισταμινικά.

Η προσθήκη αντιισταμινικών δικαιολογείται από την ατροπινική τους δράση, που προκαλεί αναστολή των ρινικών εκκρίσεων και την ηρεμιστική τους, η οποία παρότι είναι επιθυμητή στη διάρκεια της νύκτας, αποτελεί πρόβλημα με εκδήλωση άλλοτε άλλου βαθμού υπνηλίας και επιβράδυνσης των αντανακλαστικών, κατά την ημερήσια δραστηριότητα.

Αυτό το πρόβλημα έχει κληθεί να λύσει, όχι με απόλυτη επιτυχία, είναι αλήθεια, η παραγωγή αντιισταμινικών φαρμάκων νέας γενιάς, που σίγουρα προκαλούν μικρότερη καταστολή από τα αντίστοιχα παλαιότερα φάρμακα, όχι όμως αμελητέα και όχι καθολική.

Τα φάρμακα αυτά, τα χρησιμοποιούμε για να αντιμετωπίσουμε προβλήματα από το ανώτερο αναπνευστικό σύστημα ( ρινόρροια, ρινική συμφόρηση, φτερνίσματα ), που προκαλούνται από καταστάσεις όπως το κοινό κρυολόγημα, η αλλεργική ή η αγγειοκινητική ρινίτιδα κ.α.

Η παρουσία οιδηματώδους ( πρησμένου) βλεννογόνου, μέσα στη μύτη μας, με αυξημένες, άλλοτε λεπτόρρευστες και άλλοτε παχύρρευστες εκκρίσεις ( βλέννα), που μπορεί να βγαίνει από τα ρουθούνια μας ή να κυλά προς το πίσω μέρος της μύτης και του λαιμού μας ή απλά να στέκεται και να γεμίζει τις κοιλότητες και τους διαδρόμους της μύτης μας, αποτελεί ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα για την κατάδυση. Και αυτό γιατί η πυκνόρρευστη βλέννα και ο πρησμένος βλεννογόνος, στενεύουν ή φράζουν πλήρως τα στόμια των παραρρινικών μας κοιλοτήτων ( ιγμόρεια, μετωπιαιοι κόλποι, ηθμοειδείς κυψέλες, σφηνοειδείς κόλποι) και μας οδηγούν σε πιθανά βαροτραύματά τους, ενώ από την άλλη πλευρά , η στένωση ή απόφραξη της ευσταχιανής σάλπιγγας, θα οδηγήσει σε δυσκολία ή αδυναμία εξίσωσης και σε βαροτραύματα του ωτός.

Η χρήση λοιπόν αυτών των φαρμάκων, που ξεφουσκώνουν τους πρησμένους βλεννογόνους και προκαλούν ελάττωση των ρινικών εκκρίσεων, θα φάνταζε ως μάννα εξ ουρανού για την ταλαιπωρημένη μας ψυχούλα, που αυτή την πρήζουν άλλοι, ασύστολα, τους τελευταίους μήνες , ψυχούλα που έχει συνηθίσει να θεωρεί μια βουτίτσα στο απέραντο γαλάζιο ως το ιδανικό αποιδηματικό της. Όμως, αλίμονο, η όμορφη αυτή θεωρία, κρύβει άσχημες παγίδες, που πρέπει να αναγνωρίζουμε, για να μπορούμε να τις αποφύγουμε.

Όπως συμβαίνει με όλα τα φαρμακευτικά σκευάσματα, έτσι και κάθε φάρμακο αυτής της κατηγορίας έχει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ένα από τα οποία είναι και ο χρόνος ημίσειας ζωής του, μια παράμετρος δηλαδή που καθορίζει το πόσο διαρκεί η δράση του, πάνω στο ρινικό μας βλεννογόνο. Και αυτή είναι μια παράμετρος η οποία έχει γενική ισχύ, αλλά τροποποιείται από την ατομικότητα και τον βαθμό δραστηριότητας του ατόμου την δεδομένη χρονική στιγμή, καθώς επίσης και άλλες παραμέτρους, κάποιες από τις οποίες δεν έχουν μελετηθεί καθόλου, όπως για παράδειγμα είναι η επίδραση του υπερβαρικού περιβάλλοντος.

Με απλά λόγια, το φάρμακο που έφερε το πολυπόθητο ξεφούσκωμα του βλεννογόνου της μύτης μας και την ελάττωση ή εξαφάνιση της βλέννας, κάποια στιγμή θα μας εγκαταλείψει. Αυτό μπορεί να γίνει απότομα ή σταδιακά και μπορεί να οδηγήσει το βλεννογόνο στο βαθμό πρηξίματος που είχε πριν τη χρήση του φαρμάκου ή σε ακόμη μεγαλύτερο, λόγω του φαινομένου αναπήδησης ( rebound). Για να εξηγήσουμε το φαινόμενο αυτό, θα δανειστούμε ένα παράδειγμα από το χώρο που μας πρωτοέκανε γνωστή τη λέξη rebound, δηλαδή το μπάσκετ.

Αν αφήσουμε μια μπάλα του μπάσκετ να πέσει απαλά από το χέρι μας, αυτή θα αναπηδήσει σε ύψος μικρότερο από το αρχικό. Αν όμως την στείλουμε με δύναμη να συναντήσει το πάτωμα, αυτή αναπηδά σε ύψος μεγαλύτερο.

Αυτό ακριβώς κάνουν τα φάρμακα αυτής της κατηγορίας στο ρινικό βλεννογόνο. Φανταστείτε λοιπόν τι μπορεί να γίνει, αν η επαναφορά του οιδήματος σε βαθμό μεγαλύτερο του αρχικού, μας βρει σε φάση ανάδυσης, όπου ο διαστελλόμενος από την ελάττωση της βαρομετρικής πίεσης αέρας, αυτός που γεμίζει τις αεροφόρες κοιλότητες του κρανίου μας, προσπαθήσει να διαφύγει από στόμια που θα στενέψουν απότομα ή θα φράξουν από οίδημα ή βλέννες.

Ο αέρας, υπακούοντας τους νόμους της Φυσικής, θα διασταλεί με ορμή και θα επιχειρήσει να βρει ή χειρότερα, να δημιουργήσει, μια διέξοδο διαφυγής ( τύμπανο, έσω αυτί, μέχρι και μήνιγγες και εγκέφαλο), με αποτελέσματα από πολύ δυσάρεστα, έως τραγικά.

Και αν ο αυτόνομος δύτης έχει μια ελπίδα σωτηρίας, να σταματήσει την ανάδυση και να επιστρέψει στο προηγούμενο βάθος, επιχειρώντας εκ νέου μια πολύ αργή άνοδο, μήπως και δώσει στον αέρα τον χρόνο και τον τρόπο να διαφύγει από τη φυσική του δίοδο, ο ελεύθερος δύτης δεν έχει πρακτικά καμία. Δεν υπάρχουν τρυκ ή τεχνάσματα, σε μια τέτοια δύσκολη στιγμή, για να διευκολύνουμε τον αέρα να βρει το σωστό δρόμο προς την επιφάνεια.

Ο φόβος της πρόκλησης ανάστροφου block, κατά τη φάση της ανάδυσης, είναι λοιπόν η πρώτη βασική αντίρρηση, για τη χρήση των αποσυμφορητικών φαρμάκων.

Επιπροσθέτως, όπως αναγράφεται και στη συσκευασία τους, η χρήση των φαρμάκων αυτών πρέπει να γίνεται για μερικές μέρες μόνο. Η ανακούφιση και η παροδική ευχέρεια όμως, που παρέχουν στο δύτη, τον καθιστούν επιρρεπή στην επαναλαμβανόμενη και συνεχή χρήση τους, καταστρατηγώντας το βασικό αυτό κανόνα ασφάλειας.

Με τη συνεχή χρήση, προκαλείται εθισμός. Η δράση του φαρμάκου κρατά όλο και λιγότερο ,η ανάγκη για διαρκώς μεγαλύτερη δόση γίνεται όλο και πιο επιτακτική. Τελική κατάληξη είναι η φαρμακευτική ρινίτιδα, μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται από αλλοιώσεις του βλεννογόνου με συμφόρηση και αιμορραγίες από τη μύτη. ‘Ένα τρίτο επιχείρημα ενάντια στη χρήση των αντιισταμινικών φαρμάκων που παίρνουμε από το στόμα, βασίζεται στο γεγονός ότι αυτά μπορούν, σε άλλοτε άλλο βαθμό, να προκαλέσουν υπνηλία, θόλωση της διανοίας, άμβλυνση της κριτικής ικανότητας και ελάττωση των αντανακλαστικών, πράγματα διόλου ευπρόσδεκτα στο εχθρικό περιβάλλον που θα επιχειρήσουμε.

Επιπροσθέτως, όπως έχει ήδη αναφερθεί, για καμιά φαρμακευτική ουσία δεν έχουν γίνει πειράματα, προκειμένου να μελετηθεί η δράση της στο υπερβαρικό περιβάλλον, δηλαδή στο βυθό. Αποτελούμε δυστυχώς, ο καταδυόμενος πληθυσμός, μια πολύ μικρή ομάδα, αδιάφορη για την παγκόσμια φαρμακευτική κοινότητα, προκειμένου να δαπανήσει πολύτιμα(!) χρήματα πάνω στην έρευνα, σχετικά με την επίδραση του βάθους στην φαρμακοκινητική.

Αυτό δεν σημαίνει καθόλου πως θα αποκλείσουμε από την δραστηριότητα της κατάδυσης άτομα με ήπιες χρόνιες παθήσεις, για τις οποίες λαμβάνεται φαρμακευτική αγωγή.

Σε συνεννόηση με τον ιατρό της αντίστοιχης με την πάθηση ειδικότητας ή με τον καταδυτικό ιατρό, θα αποφασιστεί η ρύθμιση της δοσολογίας και ο χρόνος λήψης του φαρμάκου, σε σχέση με τη βουτιά.

Το ίδιο ισχύει και για χρόνιες ή εποχικές παθήσεις, που επιβάλλουν τη χρήση ρινικών αποσυμφορητικών. Δεν αποκλείουμε π.χ. από την κατάδυση, άτομα που πάσχουν από αλλεργική ρινίτιδα. Ρυθμίζουμε όμως τις δόσεις και το χρόνο λήψης των φαρμάκων τους, προκειμένου να ελαττώσουμε ή να εξαλείψουμε τον κίνδυνο. Παίρνουμε το αντιισταμινικό μας νωρίτερα το απόγευμα και όχι αργά το βράδυ ( με προσοχή στην οδήγηση) και χρησιμοποιούμε κατά προτίμηση φυσιολογικό ορό για να κάνουμε πλύσεις στη μύτη, παρά spray.

Αν παρ’ελπίδα τύχει να χρησιμοποιήσουμε ρινικό spray, αυτό θα πρέπει να γίνει λίγα λεπτά πριν την κατάδυση, έχοντας υπ’όψιν ότι το ψάρεμα θα πρέπει να διαρκέσει 2-3 ώρες μόνο και ποτέ περισσότερο, έστω και αν αισθανόμαστε καλά, για να αποφύγουμε τον κίνδυνο να μας βρεί το φαινόμενο rebound σε φάση ανάδυσης.

Δε θα βουτήξουμε, όταν είμαστε στην οξεία φάση της αλλεργικής ρινίτιδας, με έντονο μπούκωμα και άφθονες ρινικές εκκρίσεις, καθώς και όταν είμαστε κρυωμένοι.

Κάνουμε καθημερινή συνήθεια τις ρινοπλύσεις με φυσιολογικό ορό ή αποστειρωμένο θαλασσόνερο, για να απομακρύνουμε τις βλέννες και όλους τους εισπνεόμενους ρύπους και τα αλλεργιογόνα που κολλούν επάνω τους.

Δεν διστάζουμε να ακυρώσουμε μια εξόρμηση, όταν δεν νιώθουμε εντελώς καλά.

Η αγαπημένη μας δραστηριότητα, απαιτεί να είμαστε εντελώς υγιείς και σε άριστη φυσική κατάσταση, για να μας ανταμείβει πάντα, με τον μαγικό τρόπο που μόνο αυτή γνωρίζει.

Η απάντηση σ’αυτή την πολύ σημαντική ερώτηση, είναι οπωσδήποτε όχι και βιαζόμαστε να την δώσουμε με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα ευθύς εξ’αρχής, παρότι κρίνεται σκόπιμο να την αναλύσουμε διεξοδικά στη συνέχεια, για αποφυγή οποιασδήποτε παρεξήγησης , που θα μπορούσε να οδηγήσει σε τραγικά επακόλουθα.

Αν τοποθετήσουμε μια ωτασπίδα στεγανού τύπου στον έξω ακουστικό μας πόρο, (όπως φαίνεται στο σχήμα 1) και επιχειρήσουμε να καταδυθούμε από την επιφάνεια ( πίεση 1 atm) σε βάθος 10 μέτρων (πίεση 2 atm), τότε θα έχουμε δημιουργήσει την εξής κατάσταση:

Ανάμεσα στην ωτασπίδα (β) και την τυμπανική μεμβράνη( δ), έχουμε απομονώσει μια κλειστή, χωρίς διέξοδο κοιλότητα (γ) που περιέχει αέρα. Αυτή η κοιλότητα, έχει ένα συμπαγές και άκαμπτο οστέινο τοίχωμα, ντυμένο με επιδερμίδα και στο ένα της άκρο, αποφράσσεται στεγανά από την ωτασπίδα, ενώ στο άλλο της άκρο έχει τον ελαστικό τυμπανικό μας υμένα.

Στο βάθος των 10 μέτρων, η πίεση εξωτερικά της ωτασπίδας (α) είναι 2 atm, όμοια με την πίεση του εσωτερικού αυτιού μας ( στ),που λόγω του ότι είναι γεμάτο με υγρό, η πίεσή του είναι πάντοτε ίση με την πίεση των υπόλοιπων ιστών του σώματός μας, δηλαδή την πίεση του βάθους. Η πίεση του χώρου (γ), είναι σταθερά 1 atm.

Το τι θα συμβεί εδώ, εξαρτάται από το τι θα επιλέξουμε να κάνουμε για τον χώρο του μεσαίου αυτιού μας (ε). Εάν επιχειρήσουμε να εξισώσουμε (όπως φαίνεται στο σχήμα 2), να στείλουμε δηλαδή αέρα προς το μεσαίο αυτί, μέσω της ευσταχιανής σάλπιγγας (ζ),ανεβάζοντας την πίεση στις 2 atm , τότε θα δημιουργήσουμε εκατέρωθεν του τυμπάνου μια διαφορά πίεσης ίσης με 1 atm, που ξεπερνά τα όρια ελαστικότητάς του και θα το τρυπήσει από μέσα προς τα έξω.

Αν αντίθετα αποφασίσουμε να μην εξισώσουμε και κρατήσουμε στο μεσαίο μας αυτί την πίεση της επιφάνειας ( 1 atm),τότε το τύμπανό μας θα έχει και στις δυο του πλευρές την ίδια πίεση και δεν θα κινδυνεύσει με ρήξη. Θα δημιουργηθεί όμως μια ανεπιθύμητη διαφορά πίεσης 1 atm, εκατέρωθεν του υμένα της στρογγυλής θυρίδας (η) που είναι ένας άλλος, μικρότερης διαμέτρου υμένας, που αποφράσσει τον γεμάτο υγρό χώρο του εσωτερικού μας αυτιού. Η διαφορά αυτή της πίεσης είναι ικανή να σχίσει την μεμβράνη αυτή και τα υγρά του εσωτερικού αυτιού να χυθούν προς το μεσαίο αυτί.

Η ρήξη αυτή της μεμβράνης της στρογγυλής θυρίδας, αποτελεί μια πολύ σοβαρότερη μορφή βαροτραύματος από τη ρήξη του τυμπάνου, ένα πραγματικό ιατρικό επείγον που πρέπει να αντιμετωπισθεί άμεσα, μέσα στις πρώτες ώρες ή το πολύ ημέρες από την εκδήλωσή του, αλλιώς θα οδηγήσει σε μερική ή ολική απώλεια της ακοής. Εκδηλώνεται με βαρηκοΐα, που εμείς θα την νιώσουμε σαν μπούκωμα του αυτιού, με σφύριγμα στο αυτί που δεν προϋπήρχε και μπορεί να συνοδεύεται από ποικίλλουσας έντασης ζάλη ή περιστροφικό ίλιγγο, με ή χωρίς ναυτία και εμέτους.

Με όλα αυτά συμπεραίνουμε ότι φορώντας μια στεγανού τύπου ωτασπίδα στο αυτί μας και επιχειρώντας να βουτήξουμε, καλούμαστε να επιλέξουμε ανάμεσα σε δυο καταστάσεις, που η μια είναι κακή και η άλλη χειρότερη. Ξεχάστε λοιπόν παντελώς τη χρήση τους και αφοσιωθείτε στις εξισώσεις σας, για να επιστρέφουμε πάντα στην επιφάνεια με όχι λιγότερα από δυο αυτιά.

Εχετε περισσοτερες ερωτησεις;