Τηλέφωνο. 0030 210 66 14 140
Κινητό. 0030 6944 370 415
Email: info(at)drlouloudis.gr

uk-over.png - gr-over.png

ΕΡΩΤΗΣΗ: Είναι ασφαλές να χρησιμοποιώ αποσυμφορητικά της μύτης, για να κάνω πιο εύκολα εξίσωση όταν βουτάω;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Πριν τοποθετηθώ, θα ήθελα να γνωρίσουμε μαζί, μέσα σε λίγες γραμμές, αυτή την κατηγορία των φαρμάκων που στα σίγουρα, φτάνει πιο εύκολα και πιο συχνά από όλες, στα χέρια του υποβρύχιου κυνηγού.

Ως αποσυμφορητικά του βλεννογόνου της μύτης, χρησιμοποιούνται ουσίες αντιχολινεργικές ή συμπαθητικομιμητικές, οι οποίες προκαλούν σύσπαση των μικρών αρτηριδίων και μείωση της ροής του αίματος στον στυτικό ιστό του.

Εφαρμόζονται τοπικά ( μέσα στη μύτη) με τη μορφή ρινικών σταγόνων, αερολύματος ( spray) ,αλοιφής ή γέλης ( gel) ή χορηγούνται συστηματικά από το στόμα. Στην πρώτη κατηγορία, ανήκουν η εφεδρίνη, η φαινυλεφρίνη, η οξυμεταζολίνη, η ξυλομεταζολίνη, η ναφαζολίνη και το βρωμιούχο ιπρατρόπιο. Όσον αφορά τη δεύτερη κατηγορία, των φαρμάκων που παίρνουμε από το στόμα, στο εμπόριο κυκλοφορούν διάφοροι συνδυασμοί συμπαθητικομιμητικών αμινών με αντιισταμινικά.

Η προσθήκη αντιισταμινικών δικαιολογείται από την ατροπινική τους δράση, που προκαλεί αναστολή των ρινικών εκκρίσεων και την ηρεμιστική τους, η οποία παρότι είναι επιθυμητή στη διάρκεια της νύκτας, αποτελεί πρόβλημα με εκδήλωση άλλοτε άλλου βαθμού υπνηλίας και επιβράδυνσης των αντανακλαστικών, κατά την ημερήσια δραστηριότητα.

Αυτό το πρόβλημα έχει κληθεί να λύσει, όχι με απόλυτη επιτυχία, είναι αλήθεια, η παραγωγή αντιισταμινικών φαρμάκων νέας γενιάς, που σίγουρα προκαλούν μικρότερη καταστολή από τα αντίστοιχα παλαιότερα φάρμακα, όχι όμως αμελητέα και όχι καθολική.

Τα φάρμακα αυτά, τα χρησιμοποιούμε για να αντιμετωπίσουμε προβλήματα από το ανώτερο αναπνευστικό σύστημα ( ρινόρροια, ρινική συμφόρηση, φτερνίσματα ), που προκαλούνται από καταστάσεις όπως το κοινό κρυολόγημα, η αλλεργική ή η αγγειοκινητική ρινίτιδα κ.α.

Η παρουσία οιδηματώδους ( πρησμένου) βλεννογόνου, μέσα στη μύτη μας, με αυξημένες, άλλοτε λεπτόρρευστες και άλλοτε παχύρρευστες εκκρίσεις ( βλέννα), που μπορεί να βγαίνει από τα ρουθούνια μας ή να κυλά προς το πίσω μέρος της μύτης και του λαιμού μας ή απλά να στέκεται και να γεμίζει τις κοιλότητες και τους διαδρόμους της μύτης μας, αποτελεί ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα για την κατάδυση. Και αυτό γιατί η πυκνόρρευστη βλέννα και ο πρησμένος βλεννογόνος, στενεύουν ή φράζουν πλήρως τα στόμια των παραρρινικών μας κοιλοτήτων ( ιγμόρεια, μετωπιαιοι κόλποι, ηθμοειδείς κυψέλες, σφηνοειδείς κόλποι) και μας οδηγούν σε πιθανά βαροτραύματά τους, ενώ από την άλλη πλευρά , η στένωση ή απόφραξη της ευσταχιανής σάλπιγγας, θα οδηγήσει σε δυσκολία ή αδυναμία εξίσωσης και σε βαροτραύματα του ωτός.

Η χρήση λοιπόν αυτών των φαρμάκων, που ξεφουσκώνουν τους πρησμένους βλεννογόνους και προκαλούν ελάττωση των ρινικών εκκρίσεων, θα φάνταζε ως μάννα εξ ουρανού για την ταλαιπωρημένη μας ψυχούλα, που αυτή την πρήζουν άλλοι, ασύστολα, τους τελευταίους μήνες , ψυχούλα που έχει συνηθίσει να θεωρεί μια βουτίτσα στο απέραντο γαλάζιο ως το ιδανικό αποιδηματικό της. Όμως, αλίμονο, η όμορφη αυτή θεωρία, κρύβει άσχημες παγίδες, που πρέπει να αναγνωρίζουμε, για να μπορούμε να τις αποφύγουμε.

Όπως συμβαίνει με όλα τα φαρμακευτικά σκευάσματα, έτσι και κάθε φάρμακο αυτής της κατηγορίας έχει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ένα από τα οποία είναι και ο χρόνος ημίσειας ζωής του, μια παράμετρος δηλαδή που καθορίζει το πόσο διαρκεί η δράση του, πάνω στο ρινικό μας βλεννογόνο. Και αυτή είναι μια παράμετρος η οποία έχει γενική ισχύ, αλλά τροποποιείται από την ατομικότητα και τον βαθμό δραστηριότητας του ατόμου την δεδομένη χρονική στιγμή, καθώς επίσης και άλλες παραμέτρους, κάποιες από τις οποίες δεν έχουν μελετηθεί καθόλου, όπως για παράδειγμα είναι η επίδραση του υπερβαρικού περιβάλλοντος.

Με απλά λόγια, το φάρμακο που έφερε το πολυπόθητο ξεφούσκωμα του βλεννογόνου της μύτης μας και την ελάττωση ή εξαφάνιση της βλέννας, κάποια στιγμή θα μας εγκαταλείψει. Αυτό μπορεί να γίνει απότομα ή σταδιακά και μπορεί να οδηγήσει το βλεννογόνο στο βαθμό πρηξίματος που είχε πριν τη χρήση του φαρμάκου ή σε ακόμη μεγαλύτερο, λόγω του φαινομένου αναπήδησης ( rebound). Για να εξηγήσουμε το φαινόμενο αυτό, θα δανειστούμε ένα παράδειγμα από το χώρο που μας πρωτοέκανε γνωστή τη λέξη rebound, δηλαδή το μπάσκετ.

Αν αφήσουμε μια μπάλα του μπάσκετ να πέσει απαλά από το χέρι μας, αυτή θα αναπηδήσει σε ύψος μικρότερο από το αρχικό. Αν όμως την στείλουμε με δύναμη να συναντήσει το πάτωμα, αυτή αναπηδά σε ύψος μεγαλύτερο.

Αυτό ακριβώς κάνουν τα φάρμακα αυτής της κατηγορίας στο ρινικό βλεννογόνο. Φανταστείτε λοιπόν τι μπορεί να γίνει, αν η επαναφορά του οιδήματος σε βαθμό μεγαλύτερο του αρχικού, μας βρει σε φάση ανάδυσης, όπου ο διαστελλόμενος από την ελάττωση της βαρομετρικής πίεσης αέρας, αυτός που γεμίζει τις αεροφόρες κοιλότητες του κρανίου μας, προσπαθήσει να διαφύγει από στόμια που θα στενέψουν απότομα ή θα φράξουν από οίδημα ή βλέννες.

Ο αέρας, υπακούοντας τους νόμους της Φυσικής, θα διασταλεί με ορμή και θα επιχειρήσει να βρει ή χειρότερα, να δημιουργήσει, μια διέξοδο διαφυγής ( τύμπανο, έσω αυτί, μέχρι και μήνιγγες και εγκέφαλο), με αποτελέσματα από πολύ δυσάρεστα, έως τραγικά.

Και αν ο αυτόνομος δύτης έχει μια ελπίδα σωτηρίας, να σταματήσει την ανάδυση και να επιστρέψει στο προηγούμενο βάθος, επιχειρώντας εκ νέου μια πολύ αργή άνοδο, μήπως και δώσει στον αέρα τον χρόνο και τον τρόπο να διαφύγει από τη φυσική του δίοδο, ο ελεύθερος δύτης δεν έχει πρακτικά καμία. Δεν υπάρχουν τρυκ ή τεχνάσματα, σε μια τέτοια δύσκολη στιγμή, για να διευκολύνουμε τον αέρα να βρει το σωστό δρόμο προς την επιφάνεια.

Ο φόβος της πρόκλησης ανάστροφου block, κατά τη φάση της ανάδυσης, είναι λοιπόν η πρώτη βασική αντίρρηση, για τη χρήση των αποσυμφορητικών φαρμάκων.

Επιπροσθέτως, όπως αναγράφεται και στη συσκευασία τους, η χρήση των φαρμάκων αυτών πρέπει να γίνεται για μερικές μέρες μόνο. Η ανακούφιση και η παροδική ευχέρεια όμως, που παρέχουν στο δύτη, τον καθιστούν επιρρεπή στην επαναλαμβανόμενη και συνεχή χρήση τους, καταστρατηγώντας το βασικό αυτό κανόνα ασφάλειας.

Με τη συνεχή χρήση, προκαλείται εθισμός. Η δράση του φαρμάκου κρατά όλο και λιγότερο ,η ανάγκη για διαρκώς μεγαλύτερη δόση γίνεται όλο και πιο επιτακτική. Τελική κατάληξη είναι η φαρμακευτική ρινίτιδα, μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται από αλλοιώσεις του βλεννογόνου με συμφόρηση και αιμορραγίες από τη μύτη. ‘Ένα τρίτο επιχείρημα ενάντια στη χρήση των αντιισταμινικών φαρμάκων που παίρνουμε από το στόμα, βασίζεται στο γεγονός ότι αυτά μπορούν, σε άλλοτε άλλο βαθμό, να προκαλέσουν υπνηλία, θόλωση της διανοίας, άμβλυνση της κριτικής ικανότητας και ελάττωση των αντανακλαστικών, πράγματα διόλου ευπρόσδεκτα στο εχθρικό περιβάλλον που θα επιχειρήσουμε.

Επιπροσθέτως, όπως έχει ήδη αναφερθεί, για καμιά φαρμακευτική ουσία δεν έχουν γίνει πειράματα, προκειμένου να μελετηθεί η δράση της στο υπερβαρικό περιβάλλον, δηλαδή στο βυθό. Αποτελούμε δυστυχώς, ο καταδυόμενος πληθυσμός, μια πολύ μικρή ομάδα, αδιάφορη για την παγκόσμια φαρμακευτική κοινότητα, προκειμένου να δαπανήσει πολύτιμα(!) χρήματα πάνω στην έρευνα, σχετικά με την επίδραση του βάθους στην φαρμακοκινητική.

Αυτό δεν σημαίνει καθόλου πως θα αποκλείσουμε από την δραστηριότητα της κατάδυσης άτομα με ήπιες χρόνιες παθήσεις, για τις οποίες λαμβάνεται φαρμακευτική αγωγή.

Σε συνεννόηση με τον ιατρό της αντίστοιχης με την πάθηση ειδικότητας ή με τον καταδυτικό ιατρό, θα αποφασιστεί η ρύθμιση της δοσολογίας και ο χρόνος λήψης του φαρμάκου, σε σχέση με τη βουτιά.

Το ίδιο ισχύει και για χρόνιες ή εποχικές παθήσεις, που επιβάλλουν τη χρήση ρινικών αποσυμφορητικών. Δεν αποκλείουμε π.χ. από την κατάδυση, άτομα που πάσχουν από αλλεργική ρινίτιδα. Ρυθμίζουμε όμως τις δόσεις και το χρόνο λήψης των φαρμάκων τους, προκειμένου να ελαττώσουμε ή να εξαλείψουμε τον κίνδυνο. Παίρνουμε το αντιισταμινικό μας νωρίτερα το απόγευμα και όχι αργά το βράδυ ( με προσοχή στην οδήγηση) και χρησιμοποιούμε κατά προτίμηση φυσιολογικό ορό για να κάνουμε πλύσεις στη μύτη, παρά spray.

Αν παρ’ελπίδα τύχει να χρησιμοποιήσουμε ρινικό spray, αυτό θα πρέπει να γίνει λίγα λεπτά πριν την κατάδυση, έχοντας υπ’όψιν ότι το ψάρεμα θα πρέπει να διαρκέσει 2-3 ώρες μόνο και ποτέ περισσότερο, έστω και αν αισθανόμαστε καλά, για να αποφύγουμε τον κίνδυνο να μας βρεί το φαινόμενο rebound σε φάση ανάδυσης.

Δε θα βουτήξουμε, όταν είμαστε στην οξεία φάση της αλλεργικής ρινίτιδας, με έντονο μπούκωμα και άφθονες ρινικές εκκρίσεις, καθώς και όταν είμαστε κρυωμένοι.

Κάνουμε καθημερινή συνήθεια τις ρινοπλύσεις με φυσιολογικό ορό ή αποστειρωμένο θαλασσόνερο, για να απομακρύνουμε τις βλέννες και όλους τους εισπνεόμενους ρύπους και τα αλλεργιογόνα που κολλούν επάνω τους.

Δεν διστάζουμε να ακυρώσουμε μια εξόρμηση, όταν δεν νιώθουμε εντελώς καλά.

Η αγαπημένη μας δραστηριότητα, απαιτεί να είμαστε εντελώς υγιείς και σε άριστη φυσική κατάσταση, για να μας ανταμείβει πάντα, με τον μαγικό τρόπο που μόνο αυτή γνωρίζει.